Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Christmas wishes

Σας ευχόμαστε να πραγματοποιηθούν όλα τα όνειρά σας τούτες τις γιορτινές μέρες του 2010, προσμένοντας το 2011 με υγεία, κουράγιο και υπομονή...

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

ΛΕΟΝΤΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΜΝΩΝ

«Ο κόλπος του Μεξικού καθημερινά μολύνεται με εκατομμύρια γαλόνια πετρελαίου», «Η διεθνής οικονομική ύφεση έχει οδηγήσει κάτω από το όριο της φτώχειας τα 2/3 του πληθυσμού της γης», «Ο δείνα τέως υπουργός παραδέχθηκε δωροληψία δυσθεώρητου ύψους ευρώ»…
Όλοι μας ακούμε και βλέπουμε, άλλος απογοητευμένος, άλλος εθισμένος πια στη δημόσια και ιδιωτική απάτη, άλλος εκτός εαυτού/- ής με τα συμβάντα, τα συμβαίνοντα και τα υπογείως τεκταινόμενα. Όσο κι αν μας εξοργίζουν, δυστυχώς δεν μας εκπλήσσουν πια. Κι όταν η βία, η απάτη, η φτώχεια, η αμάθεια, η ακύρωση του σεβασμού των στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν κινητοποιούν τις ανθρωπόμαζες σε ανατροπές και νέα ξεκινήματα, κάτι ύποπτο συμβαίνει, που θυμίζει το κακόμοιρο το αρκουδάκι, το υποταγμένο στη μοίρα που ερήμην του ορίστηκε γι’ αυτό, (επιφυλλίδα τεύχος Δεκεμβρίου 2009).
Αυτό το ύποπτο που μας κάνει να ξεχνούμε ότι ζούμε σ’ έναν ‘’Θαυμαστό, Καινούριο Κόσμο’’(Aldus Huxley). Δε φοβόμαστε πια μήπως η λογοκρισία, η ολοκληρωτική πρακτική που εφαρμόζεται σε δικτατορίες και θεοκρατικά καθεστώτα μας στερήσει τη δυνατότητα να πληροφορούμαστε και να επικοινωνούμε. Αυτά είναι παιδικές ασθένειες της πολιτικής που οι κοινωνίες δυτικού τύπου έχουν προ πολλού ξεπεράσει με το φάρμακο της νομοθεσίας. Η ελευθερία του Τύπου, η ισηγορία και άλλα μεγαλόστομα ‘’διασφαλίστηκαν’’ με την υπογραφή των συνθηκών του Ο.Η.Ε. ήδη μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ζούμε στην απατηλή βεβαιότητα ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, στα όρια της δημοκρατίας, να έχουμε πρόσβαση στην εκπαίδευση, στα προϊόντα και τις υπηρεσίες της μαζικής παραγωγής, να απολαμβάνουμε τους κόπους της εργασίας και της κοινωνικής προσφοράς μας με τη σύνταξη που το κράτος Πρόνοιας θα μας παρέχει, έχοντας έλλογα και δίκαια διαχειριστεί όσα παρακρατούσε από τις απολαβές μας όταν ήμασταν παραγωγικοί…
Ζούσαμε, όχι μόνο οι Έλληνες, με τη βεβαιότητα οι διεθνείς κανόνες δικαίου θα προστατεύουν τη ζωή μας και των παιδιών μας, κάτι που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο έως τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, εάν θυμηθούμε τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Μικρασιατική Καταστροφή – στα καθ’ημάς – την καθημαγμένη Ευρώπη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τον αλληλοσπαραγμό του Εμφυλίου για τους Έλληνες. Αυτοί οι Έλληνες, ένα κρατίδιο – κουκίδα στο χάρτη, στην άκρη της ανατολικής Μεσογείου φέρονται σαν Λέοντες, πρέπει να γίνουν Αμνοί.
Μπορεί να αντιτείνει κάποιος από τους σεβαστούς αναγνώστες μας πώς λειτουργεί η δ η μ ο κ ρ α τ ί α όταν η επιπόλαια κοινωνία, αφημένη στις αποβλακωτικές απολαύσεις του υπερκαταναλωτισμού και των ανόητων καθιστικών ‘’σπορ’’ του διαδικτύου, της δήθεν επικοινωνίας με τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα που ο κυβερνοχώρος πουλά τόσο ακριβά, καταργώντας την απλή, φυσική ανθρώπινη επαφή κι αντικαθιστώντας την με τα avatar της φαντασίωσης, έχει παραλύσει από κάθε διάθεση αντίστασης κι ανατροπής;
Όταν η Αλήθεια δεν εξυπηρετείται από τη ‘’συνεχή, έγκυρη και έγκαιρη’’ ενημέρωση, αλλά πνίγεται στη θάλασσα της αδιαφορίας και των άσχετων πραγμάτων, από το γάμο έως το διαζύγιο των δημοφιλών ειδώλων της μαζικής κουλτούρας; Γιατί να λογοκριθούν τα βιβλία, όταν κανείς δεν τα διαβάζει; Η παθητικότητα και ο αυτιστικός εγωισμός έχουν περιχαρακώσει τους σύγχρονους ανθρώπους στην απομόνωση, όπως ακριβώς η πενία στον Τρίτο Κόσμο.
Η αδηφαγία και η αναξιοπρέπεια των πολιτικών ανακλώνται παραδειγματικά στους πολίτες - υπήκοους▪ όχι των πολιτικών, αλλά αυτών που ελέγχουν το πεπρωμένο μας, δηλ. την ενημέρωση, την ψυχαγωγία, την επικοινωνία.
Γιατί από έναν λαό 10 εκατομμυρίων Ελλήνων του ελλαδικού χώρου κι άλλων τόσων της διασποράς μόνο δύο πνευματικοί άνθρωποι, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Χρήστος Γιανναράς γράφουν και μιλούν κινδυνεύοντας να θεωρηθούν και γραφικοί κάποτε; Οι υπόλοιποι – Ακαδημαϊκοί, Καθηγητές Πανεπιστημίου, πρυτάνεις και κοσμήτορες, καλλιτέχνες, εκδότες, συγγραφείς - πού είναι κρυμμένοι; Στον ψόγο και την αφ’ υψηλού κριτική;
Μπορείτε, κυρίες και κύριοι αναγνώστες να δεχθείτε τη δικαιολογία ότι τα Μ.Μ.Ε. δεν τους παρέχουν βήμα να εκφραστούν; Να το απαιτήσουν, τουλάχιστον στους τέσσερις κρατικούς ραδιοτηλεοπτικούς διαύλους. Το κράτος ανήκει σε κάποιους άλλους, που δε γνωρίζουμε; Μήπως στην εκάστοτε κυβέρνηση; Κι αυτή ποιος την ορίζει με την ψήφο του; Σε ποιόν λάκκο φάβας αναπαύονται; Σ’ αυτήν την Κατοχή των αγορών και τη Χούντα των δημόσιων χρεών όλων των χωρών, και της δικής μας – προς ποιόν άραγε; σε ποιόν χρωστάμε όλοι οι λαοί της γης; εφόσον χρωστούν και όσοι πουλούν δάνεια και όπλα… - θα σιωπούν εγκληματικά;
Έστω.
Ανάπηρος. Δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

[Μ.Αναγνωστάκης, Στόχος, 1970]

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Robin Hood!!

Τον τελευταίο μήνα διαφημίζεται και προβάλλεται σε όλες τις κινηματογραφικές αίθουσες του παγκοσμιοποιημένου κόσμου μια υπερπαραγωγή της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας που τιτλοφορείται «Ο Ρομπέν των Δασών». Πρόκειται για το σταυροφόρο των φτωχών που έχει ξαναγίνει ταινία πολλές φορές -1908, 1912, 1913, 1922, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά και το 1938 (1929-’30 Παγκόσμιο Οικονομικό Κραχ), το 1976, όταν τα ποσοστά ανεργίας στις Η.Π.Α. ήταν ουρανομήκη και σε δύο εκδοχές το 1991, όταν η απειλή για παγκόσμια οικονομική ύφεση ήταν η δαμόκλειος σπάθη των δυτικών κοινωνιών. Ξανά το 2010.
Οι τίτλοι των ταινιών, με ελαφρές παραλλαγές, έχουν το αγγλικό όρο ‘’Robin Hood’’ ή ο Ρόμπιν με την κουκούλα, αλλέως…ο κουκουλοφόρος! (Οι συνειρμοί δικοί σας). Επίσης σε όλες τις κινηματογραφικές εκδοχές, όπως και στα τραγούδια ή τα λογοτεχνικά έργα, ο ‘’Παλαιοκώστας’’ Ρομπέν έχει σχεδόν αναλλοίωτα χαρακτηρολογικά στοιχεία που αντλούνται από έναν μεσαιωνικό θρύλο, προϋπάρχοντα στη συνείδηση και την κουλτούρα των μαζών. Όσων άγονται και φέρονται από τα γεγονότα στα οποία αντιδρούν αλλά δεν διαμορφώνουν, ίσως βέβαια με την ανοχή τους. Αλλά κι αυτή η ανοχή υπαγορεύεται από κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται σε βάθος χρόνου και σχετίζονται με την Πενία, τη συνισταμένη της ανέχειας, της ασθένειας και της αμορφωσιάς.
Είναι λοιπόν εύλογο το συμπέρασμα ότι η λαοφιλία ή η εισπρακτική επιτυχία, με παγκοσμιοποιημένους όρους, είναι στενά δεμένη με την οικονομική δυσπραγία των λαών που θα ήθελαν να καταφύγουν στην αυτοδικία, αλλά αρκούνται στο μεσσιανισμό. Η στάση αυτή φέρνει στο νου τις ουρές στα πρακτορεία τυχερών παιχνιδιών, ακόμη – ακόμη και τη μονομανική συμπλήρωση δελτίων Προπό , κατά τη διάρκεια της επταετίας ’67 – ’74. Παρεμπιπτόντως ποτέ δεν έκανα σωστά το λογαριασμό: γιατί όχι 6ετία; Αφού η εξέγερση των ηρώων του Πολυτεχνείου έλαβε χώρα το 1973, γιατί η Δημοκρατία ‘’αποκαταστάθηκε’’ το θέρος του 1974;
Εν πάση περιπτώσει ο Robin Hood των Δασών είναι μια κάποια λύσις: αφού κανείς δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με το δάσος, ας το κάνει ο Ρομπέν. Οι υπόλοιποι ασχολούμαστε με το δέντρο του ο καθένας. Το δάσος καίγεται λαμπρά▪ εξάλλου η φροντίδα της πυρόσβεσης (ή του εμπρησμού;) έχει ανατεθεί, δημοκρατικά, στους πολιτικούς. Αλλά για να λειτουργήσει η πυρόσβεση χρειάζονται: α) υποδομές, β) συνεχής εκπαίδευση με κάποιο σχέδιο, έστω και plan B, γ) μία τακτική κι έναν στόχο, όπως το να μην καεί το δάσος, να δημιουργηθούν ζώνες πυροπροστασίας σε ό,τι ανθίζει, κάτι που συντονίζει ο αρχηγός/ οι αρχηγοί των ‘’επιχειρήσεων’’. Δεν ακούμε κάθε καλοκαίρι ότι ‘’τόσα’’ λ.χ. ‘’ελικόπτερα επιχειρούν στο σημείο της πυρκαγιάς’’;
Βεβαίως οι δικοί μας πολιτικοί, όλων των διαβαθμίσεων της Ίριδας, μάλλον και όλων των ‘’σύγχρονων αναπτυγμένων κοινωνιών δυτικού τύπου’’ διαχειρίζονται το δάκο και τον περονόσπορο του δέντρου –παραιτήσεις υπουργών, εκπαραθυρώσεις διαφωνούντων προβεβλημένων στελεχών κ.τ.ό. – την εσωτερική αναδιοργάνωση, το προσωπικό τους προφίλ, τις δημοσκοπήσεις. Αλήθεια με ποια κριτήρια και στοχεύσεις διαμορφώνονται οι ερωτήσεις των δημοσκοπήσεων, ποιο, σε ταυτότητα και ποιότητα, είναι το δείγμα των ερωτηθέντων, με ποια μέσα (τηλεφωνικώς, με συμπλήρωση εντύπου;) γίνεται η συλλογή των πορισμάτων, ποιος διαμορφώνει τα ποσοστά και ποιος πληρώνει; Κυρίως το τελευταίο. Με τους λογαριασμούς έχω ένα θέμα…
Από αυτόν το Ρομπέν των Δασών λοιπόν περιμένουμε τη λύση; Και πώς; Ως φυγή μιάμισης ώρας στο σινεμά ή ως θέαμα στην καθημαγμένη πλατεία Συντάγματος; Ας με βοηθήσει κάποιος από τους σεβαστούς αναγνώστες/ -στριες, γιατί δεν ξέρω: με ρωτούν τα παιδιά, κάθε φορά που στα πλαίσια των ‘’ανθρωπιστικών’’ μαθημάτων μας τίθενται ζητήματα εξουσίας και νομιμοφροσύνης, λ.χ. στην «Αντιγόνη» του σπουδαίου τραγωδού της δημοκρατικής Αθήνας, Σοφοκλή, και δεν μπορώ να απαντήσω.
Βοηθήστε με σας παρακαλώ, γιατί δεν ικανοποιούνται με την απάντησή μου: «Ο κοινωνικός βίος είναι κατάκτηση της λεπτής ισορροπίας στον άξονα εξυπηρέτησης του συλλογικού συμφέροντος και της προώθησης της ατομικότητας». Που βρίσκεται η λεπτή κόκκινη γραμμή; Στην άσκηση της κριτικής ικανότητας, της ατομική βούλησης και πρωτοβουλίας, στην αποτροπής της θυματοποίησης από την όποια, ανεπαίσθητη ή χονδροειδή, προπαγάνδα; Και μετά;;; Δεν ξέρω. Μήπως ξέρει ο Robin Hood ?

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

ΟΜΑΔΑ – ΜΟΝΑΔΑ


Δύο είναι οι αφορμές της επιφυλλίδας αυτού του μήνα: η πρώτη σχετίζεται με τα λόγια του στρατηγού Μακρυγιάννη που θυμίζουμε στους μαθητές μας στη διάρκεια των εορταστικών εκδηλώσεων για την επέτειο του αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821: «Είμαστε στο εγώ κι όχι στο εμείς». Η δεύτερη αφόρμηση σχετίζεται με τη δειλή αν και σταθμισμένη επανεμφάνιση κάποιων πολιτικών ανδρών που ενοχλήθηκαν κατά καιρούς από την τηλεοπτική δημοκρατία.

Είναι αλήθεια ότι στις παρούσες συγκυρίες για τη διεθνή κοινωνία των λαών - κρατών μοιάζει να ξύνουμε πληγές και να ρισκάρουμε την ατομική μας ηρεμία με τέτοια κείμενα. Θα τολμήσουμε όμως προσβλέποντας σ’ έναν αξιοπρεπή δημόσιο διάλογο, απ’ αυτούς που προάγουν την αληθινή δημοκρατία της πολυφωνίας και της ανεκτικότητας. Είμαστε βέβαιοι δε ότι ο εκδότης μας δε θα αρνηθεί να φιλοξενήσει αντικριστά κείμενα επιχειρηματολογίας υπέρ της μιας ή της άλλης θέσης.

Και σήμερα σε μια χώρα σαν τη δική μας, όπου όλοι έχουν ανοίξει ακήρυχτο πόλεμο εναντίον όλων, σα να μην υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές που τέμνονται και αλληλοαναιρούνται, σ’ ένα λαό όπου η υπανάπτυξη σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού και δημόσιου βίου τον κατευθύνει στη διαφθορά, την οργανωτική διάλυση, την απαιδευσία και τη βαναυσότητα στην καθημερινή συμπεριφορά, νομίζουμε ότι ο στρατηγός Μακρυγιάννης είναι επίκαιρος, αν όχι αναγκαίος.

Παρατηρούμε, διαπιστώνουμε ή απλώς ψυχανεμιζόμαστε ότι ζούμε οριακά: στον τομέα της δικαιοσύνης, νιώθουμε ότι αν δεν έχουμε τα οικονομικά μέσα να στηριχθούμε στους προβεβλημένους εργάτες της Θέμιδας, κινδυνεύουμε όχι μόνο να αγνοηθούμε, αλλά να καταλήξουμε στη φυλακή.

Στον τομέα της οικονομίας νιώθουμε καθημερινά καυτή την ανάσα του ευρωβόρου χεριού στην τσέπη μας, των αλλεπάλληλων ανατιμήσεων, αλλά και την αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να οριοθετήσει ένα modus vivendi, αλλά βιώσιμο για τους πολλούς. Στον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων οι κάτοικοι των νησιών του Αρχιπελάγους όπως και των ακριτικών περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης μπορούν να επιβεβαιώσουν την ανασφάλεια του μέσου πολίτη για το εθνικό του αύριο, πόσο μάλλον το μεθαύριο.

Στον τομέα του περιβάλλοντος, η αυθαιρεσία και η θρασύτητα μετατρέπουν τον αέρα που ανασαίνουμε σε πολυτέλεια▪ όσο για τον τομέα της ανάπτυξης…βλέπετε πώς αναπτύσσονται σαν βδέλλες οι μισθοί των εκάστοτε ημετέρων σε κρατικούς θώκους, παρά τοις θρόνοις των υπουργούντων το λαό.

Αφήσαμε τελευταίο το χώρο της εκπαίδευσης, πιστεύοντας ότι όλα τα παραπάνω με τις προεκτάσεις τους ανάγονται στο ζήτημα της παιδείας: για ποια σχολεία να γράψουμε όπου ο πόλεμος μεταξύ των εκπαιδευτικών για τα περισσότερα ιδιαίτερα μαθήματα μετατρέπει το γραφείο των διδασκόντων σε χαρακώματα, σαν αυτούς τους ελώδεις και ασφυκτικούς τάφους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Για ποιους μαθητές; Είναι κι αυτοί στα χαρακώματα: οι μεν έχουν ανάγει την πενθήμερη εκδρομή της τελευταίας τάξης σε στόχο ύπαρξης μιας ανήσυχης εφηβείας, με όλα τα προβλήματα που συνεπάγεται και οι δε δίνουν διέξοδο στη ρεαλιστική απαξίωση του παρόντος στην προσπάθειά τους να φτιάξουν ένα καλύτερο μέλλον για το άτομό τους.

Ποιος φταίει για όλα αυτά; Εγώ που είμαι υπάλληλος σε κατάστημα, ο πατέρας μου ο παντοπώλης ή η θεία μου που ανάστησε τέσσερις κόρες στο χωριό; Εμείς δεν έχουμε βήμα να μιλήσουμε, να διαμαρτυρηθούμε, να οργανώσουμε δράσεις, να θεσμοθετήσουμε, να εμπνεύσουμε έστω, μια καλύτερη ζωή. Ούτε το βάθρο της πλατείας γύρω από το οποίο οι ‘’λαοθάλασσες’’ θα χειροκροτήσουν, ούτε την καρέκλα του υπουργικού συμβουλίου, ούτε το έδρανο στη Βουλή…ούτε καν ένα τηλεπαράθυρο.

Για ποια τηλεδημοκρατία οδύρεστε κυρίες και κύριοι; Ποιος την έφτιαξε, ανέθρεψε, εκμεταλλεύτηκε και δημιούργησε τις στρατιές των προδομένων παλιάτσων που ονομάζετε ‘’λαό’’, τους κομπάρσους της ιστορίας τους; Σίγουρα όχι πάντως ο μικροεπιχειρηματίας, ο βιοπαλαιστής, ο υπάλληλος ή η θεία Θέκλα. Γιατί αυτοί είναι ‘’στο εμείς’’ και το αποδεικνύει η καθημερινή τους πρακτική, με τη συντήρηση και ανατροφοδότηση των κοινωνικών δεσμών που τιμούν.

Η αρχαία ελληνική πολιτική κοινωνία του εμείς, της πόλης – κράτους, αλλά και της βυζαντινής ενορίας κατά τους επαχθείς αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, μετατράπηκε ταχύτατα από συλλογική σε ατομοκεντρική. Ο νόμος της ζούγκλας καταλύει τους θεσμούς τους κερδισμένους με αίμα και πόνο βαθύ. Με πληγές ιστορικές που διατρανώνουν την ανάγκη για ελευθερία και σεβασμό στα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα.

Το κράτος κάνει τον πολίτη ή το αυγό την κότα;

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Pig-ασος - Τεύχος Μαρτίου 2010

Μάρτιος 2010 - 2η έκδοση
Διαβάστε το....>click!
(Μπορείτε να αυξομειώνετε το ποσοστό μεγέθυνσης ανάλογα με την επιθυμία σας!)

----------------------------------------------------------

Ακούμε: Aranjuez, Mon Amour από τον Richard Anthony
Συνθέτης: Joaquín Rodrigo
Το Aranjuez, Mon Amour είναι μια σύνθεση για κιθάρα (ή πιάνο) και ορχήστρα.
Μιλά για την αγάπη του Rodrigo για την πόλη του, προσωποιημένη σε ισπανίδα γυναίκα.

Aranjuez, χώρος ονείρου και αγάπης, όπου οι τοίχοι σκαμμένοι από τον αέρα και τον ήλιο στο πέρασμα των χρόνων, και τα κρυστάλλινα συντριβάνια μοιάζουν να συνομιλούν με τα τριαντάφυλλα. Τα ξερά φύλλα θυμίζουν μια αγάπη, που κρύβεται στο ηλιοβασίλεμα, στο αεράκι, σ' ένα λουλούδι.

Aranjuez, mon amour (Στίχοι)

Aranjuez, a place of dream and love, where a rumour of crystal fountains, in the garden seems to talk, in loud voice to the roses.


Aranjuez, today the dry leaves without colour, which are sweptby the wind, are just reminders of the romance we once started, and that we have forsaken without reason, maybe that love is hidden in a sunset, in the breeze or in a flower, expecting for you to return.


Aranjuez today the dry leaves without any colour...


In Aranjuez, my love just you and me!!




Mon amour, sur l'eau des fontaines, mon amour
Où le vent les amène, mon amour
Le soir tombé, on voit flotter des pétales de roses

Mon amour, et les murs se gercent, mon amour
Au soleil, au vent à l'averse et aux années qui vont passant
Depuis le matin de mai qu'ils sont venus
Et quand j'entend, soudain ils ont écrit sur les murs
Du bout de leurs fusil de bien étranges choses

Mon amour le rosier suit les traces, mon amour
Sur le mur, et enlace, mon amour, leur noms gravés
Et chaque été d'un beau rouge sang, les roses

Mon amour, sèche les fontaines, mon amour
Au soleil, au vent de la plaine et aux années qui vont passant
Depuis le matin de mai qu' ils sont venus
La fleur au cœur, les pieds nus le pas lent
Et les yeux éclairés d'un étrange sourire

Et sur ce mur, lorsque le soir descend
On croirait voir des tâches de sang
Ce ne sont que des roses

Aranjuez, mon amour





Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ (2) ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα στην Ελλάδα, οι αγορητές στους ιερούς ναούς όπου συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου είθισται να αναφερόμαστε στο Χρονικό της Επανάστασης του 1821 –του αγώνα της εθνικής Παλιγγενεσίας, με μια υπογράμμιση, σημαντική ή δευτερεύουσα, ανάλογη πάντως της ροής των συρμών της διανόησης, στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου από τον Αρχάγγελο και την ευδοκία που θα προκύψει από τη γέννηση του Θεανθρώπου στη Γη. Θεωρούμε ότι είναι σημαντικό- και χάριν της παρουσίας των μαθητών στους ιερούς ναούς τέτοια μέρα– να υπενθυμίζουμε τις αξίες που οδήγησαν στις ανυπέρβλητες θυσίες και να ενδυναμώσουμε την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα των νεότερων, αλλά και να επιχειρούμε μια επανατοποθέτηση στις συνδηλώσεις της ημέρας αυτής.

Όμως η δημιουργία ανεξάρτητων κι όχι απλώς αυτόνομων εθνικών-κρατών το 19ο αιώνα, που ήταν ρηξικέλευθο ζητούμενο για την εποχή, είναι σήμερα βιώσιμη επιλογή και πραγματικότητα;

Είναι πολλοί οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι σκεπτόμενοι άνθρωποι με κοινωνικό προβληματισμό, εν γένει, που αναρωτιούνται για το πώς οφείλουν οι μαθητές των ελληνικών, ιδιωτικών και δημόσιων, σχολείων να διαχειριστούν την εθνική και θρησκευτική ταυτότητά τους. Στα μεν δημόσια ελλ. σχολεία φοιτούν πάρα πολλοί μαθητές –γόνοι μεταναστών και σπανιότερα προσφύγων – που πλειστάκις γίνονται θύματα ενός ρατσισμού άνευ προηγουμένου για τα δεδομένα μιας χώρας ανέκαθεν ανεκτικής στους ανθρώπους, από όπου κι αν προέρχονταν, αλλά και μητρόπολης πολλών μεταναστών και προσφύγων από τη δική της πλευρά.

Στα δε ιδιωτικά σχολεία που λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια, κι όχι απαραίτητα ‘’ελληνικά’’, φοιτούν πολλοί μαθητές – γόνοι υψηλών παραγόντων υπερεθνικών εταιρειών, διπλωματών κι επιχειρηματιών της ευρύτερης ζώνης της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Αυτοί οι μαθητές όχι μόνο δεν επιζητούν την αφομοίωση, έστω στοιχείων της ελληνικής κουλτούρας, αλλά είναι οι ίδιοι φορείς της επικρατούσας κουλτούρας των κοινωνιών δυτικού τύπου -των υπερκαταναλωτικών- φέρνοντας συχνά τους Έλληνες συμμαθητές τους στη θέση του μιμητή μιας ταυτότητας χαλκευμένης και δανεικής, νεοπλουτίστικης αισθητικής.

Αναφερόμαστε δηλαδή σε μια Ελλάδα πολυπολιτισμική κι από τις δύο όψεις, και έχουμε οι εκπαιδευτικοί ένα σχολικό Αναλυτικό Πρόγραμμα που στοχεύει στην άρση της ξενοφοβίας, αλλά η καθημερινότητα πολλών ελληνικών πόλεων την απείργει. Το σημείο δηλαδή στο οποίο στεκόμαστε με σκεπτικισμό είναι:

Ζούνε τα παιδιά μας σε μια χώρα δημοκρατικής ανεκτικότητας από επιλογή ή βιώνουν τον εκατέρωθεν κοινωνικό αποκλεισμό εκτεταμένων ομάδων προσφύγων και μεταναστών (χαμηλής και υψηλής κοινωνικής δυναμικής), αναφομοίωτων στον κοινωνικό ιστό, από ανάγκη;

Άρα ποιος είναι ο εχθρός σήμερα; Πόσες φορές πρέπει να είναι εθνικά υπερήφανος ο μαθητής για το Νικηταρά τον Τουρκοφάγο και τη Μπουμπουλίνα – Λασκαρίνα, όταν συνάνθρωποί του με τα φυσιογνωμικά και φυλετικά χαρακτηριστικά του «εχθρού» ψωνίζουν μαζί του στο μαγαζί της γειτονιάς και τα παιδιά του κάθονται στο διπλανό θρανίο;

Ένα τελευταίο ερωτηματικό από την πλευρά μας: μήπως, εν τέλει, τα προηγηθέντα ερωτήματα χρησιμοποιούνται ως εύγλωττα άλλοθι της δραστηριότητας όσων βολεύονται με τη λήθη των πολλών – της μάζας; …όσων εξυπηρετούνται…με την ιστορική αφασία των νέων;

Ας δώσει η Παναγιά η Ευαγγελίστρια,

Η αειμακάριστος και παναμώμητος

Και μητέρα του Θεού ημών

Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ κι

Ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ

η αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσα

η όντως Θεοτόκος

σήμερα που γιορτάζει το μήνυμά της το καλό, σε όσους ξέμαθαν την ελληνική τους γλώσσα, ντρέπονται για τον παππού τους το Θαλή το Μιλήσιο, «Πάντα πλήρη Θεών», προτιμούν της εξωτικούς προορισμούς το Άγιο Πάσχα, δε διδάσκουν στα παιδιά της τα δημοτικά τραγούδια και της χορούς, ντρέπονται ακόμη και ν’ αναφέρουν τα χωριά της καταγωγής της, γιατί δεν έχουν τόσο trendy
(εύηχο) όνομα,
δε μαγειρεύουν στα σπιτικά της τα φαγητά της γιαγιάς και περιμένουν ν’ απογυμνωθούν πολιτισμικά ολωσδιόλου, ώσπου να ξυλιάσουν στη διαπλανητική παγωνιά:

Το δέντρο με της βαθιές της ρίζες φτάνει ψηλότερα απ’ όλα της’ άλλα.

Σ’αυτόν τον κόσμο που ολοένα στενεύει, ο καθένας χρειάζεται όλους τους ανθρώπους της γης. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται. Όταν στο δρόμο της Θήβας ο Οιδίποδας συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε…(Γ. Σεφέρης)

Αθήνα, Μάρτιος 2010


Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

Σαββατόβραδο της τελευταίας Αποκριάς και συλλογίζομαι πόσοι φίλοι ξεκίνησαν από χθες για τους δημοφιλείς προορισμούς χειμερινών αθλημάτων ή ‘’για να δουν και να τους δουν’’, πέριξ της Αττικής, και κάποιοι για τα χωριά τους.

Η Βιομηχανία της Ψυχαγωγίας μας ώθησε να τρέξουμε να προμηθευτούμε τη σανίδα της ιστιοπλοΐας και του σκι ή τα ισοθερμικά της Αράχωβας φτωχαίνοντας τον οικογενειακό κορβανά, εφόσον η τηλεόραση μας έπεισε ότι η ταλαιπωρία τα Σαββατοκύριακα μας καθιστά ανθρώπους του καιρού μας. Ότι η απόδραση στη φύση είναι υγεία για την οικογένεια της μεγαλούπολης – άλλοθι για τις τύψεις όσων μεγαλώσαμε στο σπίτι και στη γειτονιά, παρέα με συγγενείς και φίλους, τραπέζια και καφέδες στην αυλή ή στο καφενείο. Οι αστοί σε παράκρουση.

Ποτέ άλλοτε η εργασία δε θεωρήθηκε τόσο αρτηριοσκληρωτική διαδικασία και ποτέ άλλοτε η ανεργία δεν υπήρξε τέτοιος τραγικός εφιάλτης, ικανός να οδηγήσει σε αυτοκτονίες. Είναι από τα παράδοξα της εποχής μας.

Γιατί όμως η εργασία είναι το ζητούμενο ακόμη και από ανθρώπους που έχουν διασφαλίσει αξιοπρεπή ίσως και πολυτελή διαβίωση; Οι συνταξιούχοι που μαραζώνουν έπειτα από την αποστασιοποίησή τους από την ενεργό δράση ή οι αλκοολικοί της δουλειάς (workaholics) έχουν κατηγοριοποιηθεί από τους κοινωνικούς ψυχολόγους στο επιστημονικό συρτάρι της προφανούς κατάθλιψης, όσων δεν αισθάνονται πλέον χρήσιμοι. Όσων απέτυχαν να καλλιεργήσουν οικογενειακές και φιλικές σχέσεις εκτός εργασίας, όσων υπήρξαν κοινωνικά ανάπηροι από ανάγκη ή επιλογή και τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με το κενό. Υπερβολικά πολύς ελεύθερος χρόνος, άδειος από υποχρεώσεις αλλά και από ευχάριστες δραστηριότητες, έστω και της κηπουρικής. Ο χρόνος αυτός μοιάζει με κείνον των συζύγων των οποίων τα παιδιά έφυγαν από την οικογενειακή εστία, για να δημιουργήσουν τις δικές του τροχιές στο γαλαξία της ζωής, και δεν ξέρουν τι να πουν πια μεταξύ τους.

Γιατί η εργασία, πέρα από τις οικονομικές απολαβές να δίνει τέτοια αίσθηση πληρότητας; Ανατρέχοντας στις απαρχές των ανθρώπινων κοινωνιών, διαπιστώνουμε ότι η εργασία ήταν θεμέλιο επιβίωσης. Ο καταμερισμός της ήταν η πρώτη αιτία δημιουργίας ομάδων – φυλών που είτε ρίζωναν στο εύκρατο και ήπιο γεωγραφικό στίγμα που βρέθηκαν, είτε ωθούνταν στη νομαδικότητα. Πάντως κάποιοι φρόντιζαν για το κυνήγι και τη συλλογή τροφής και κάποιοι για τη γέννηση, συντήρηση και ποιοτική αναβάθμιση της ζωής στην κοινότητα. Η συνεχής λοιπόν προσφορά στην ομάδα είναι μέρος του DNA μας. Η ανάγκη δημιουργεί και κατανέμει ρόλους που αλλάζουν στην πορεία ανάλογα με την ηλικία και τις έμφυτες ή επίκτητες ικανότητες.

Από τη λέξη αυτή θα ξεκινήσουμε. Γιατί η εργασία δεν απαιτεί μόνο δεξιότητες αλλά δημιουργεί και ικανότητες, μας δίνει τη δυνατότητα να τις αποκτήσουμε.

Καλούμενοι να συντηρηθούμε οι ίδιοι ή οι οικείοι μας στη ζωή, όχι μόνο κινητοποιούμε το νου μας να βρει τρόπους να φέρει ‘’ψωμί στην εστία’’ αλλά γινόμαστε και πιο ευέλικτοι. Ξεβολευόμαστε από την αριστοτελική, αριστοκρατική αντίληψη ότι ποιοτικός είναι μόνο ο χρόνος που διαλογιζόμαστε. Σηκώνουμε τα μανίκια και κωπηλατούμε. Ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με τα όριά μας, την αυτολύπηση για τη θλιβερή θέση στην οποία βρεθήκαμε και συνειδητοποιούμε ότι είναι πολλοί όσοι παλεύουν γύρω μας με τα δικά τους θέματα.

Σταδιακά η αυτοπεποίθησή μας τονώνεται, βιώνουμε την ικανοποίηση ότι καταφέραμε ό,τι πριν φάνταζε ακατόρθωτο για μας, ίσως επειδή άλλοι είχαν φροντίσει να μας το προμηθεύουν. Αμβλύνουμε τις γωνίες μας, ισορροπούμε τις επιθυμίες μας και τρέχουμε στο διάδρομο των στόχων μας, μεριμνώντας για τις σχέσεις που αναπτύσσουμε στην πορεία. Αποτυγχάνουμε, ξαναπροσπαθούμε, επιμένουμε, εργαζόμαστε με ποικίλους τρόπους, δοκιμάζουμε και απορρίπτουμε ή υιοθετούμε τακτικές και πάντως, αν σταματήσουμε για λίγο να δούμε τη γραμμή που χαράξαμε περπατώντας και τα κεριά των χρόνων που σβήσανε πίσω μας, θα αισθανθούμε την πληρότητα του Οδυσσέα, που εναντιώθηκε σε ανθρώπους – φύση – Θεούς, αλλά και την πείρα που αποκτήσαμε από τις εμπειρίες του μόχθου.

Η αυτοπραγμάτωση είναι σκοπός ζωής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Γι’ αυτό και βρίσκουμε ανθρώπους που χαίρονται όταν δραπετεύουν από τις δημόσιες (συνήθως)θέσεις εργασίας που με τόσες ταπεινώσεις (συχνά) κατέλαβαν, ενώ ο αγρότης, ο γιατρός, ο δάσκαλος, ο επιχειρηματίας, όταν αποκόπτεται λόγω γήρατος από την εργασία του, δηλώνει ευθαρσώς ότι υπήρξε η ζωή του όλη. Γιατί ζωή είναι η δημιουργία και η δημιουργικότητα, η επίπονη κι επίμονη προσπάθεια, η υπομονή, το μεράκι, η ολοκλήρωση ενός έργου χειρός και νοός▪ κι αυτά έρχονται ως δώρα της εργασίας κι όχι της απόδρασης του τριημέρου. Γι’ αυτό, κύριε, μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες…


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Voyage en Grèce



Δείγμα ηλεκτρονικού περιοδικού μαθητών του Lycée Professionnel Jean Perrin - Longjumeau / France με τη χρήση του εργαλείου ISSUU, με αφορμή το ταξίδι τους στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του προγράμματος

Terres brûlées...et après?

Δείτε και ένα ακόμη παράδειγμα με ήχο!


Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Ελευθερία και Ουτοπία


«Η ζωή μου ήταν μια συνεχής και άτεγκτη προσπάθεια για την κατάκτηση της ουτοπίας» είναι περίπου τα λόγια του Μίκη Θεοδωράκη, κάποιες μέρες πριν, σε μια εκδήλωση στην Αθήνα με την ευκαιρία της επανακυκλοφόρησης ενός βιβλίου για την πολιτική του πορεία.

Σε τούτη την επιφυλλίδα. θα μας απασχολήσει η ου-τοπία του συνθέτη, η neverland ενός άλλου, αλλόκοτου καλλιτέχνη▪ εκείνος, νεκρός εδώ και λίγους μήνες, νόμισε ότι θα την περιχαρακώσει στα όρια του ιδιωτικού βίου, μακριά από την πατρική βία, στη χλιδή της απόλυτης παιδικότητας και την κατοίκησε.

Ετούτος ο δικός μας, ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας μας πάντα, από τη ‘’λάθος μεριά’’, αυτή του μόνιμα ξεβολεμένου, του εξόριστου, κυνηγημένου, ανήσυχου κι ασύμμετρου με τις ευθυγραμμιστικές τακτικές μιας εφησυχασμένης ζωής και μιας ομογενοποιητικής άρχουσας τάξης. Διατρανώνει ότι η ζωή βιώνεται χωρίς φαγητό, αλλά δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία.

Αναμενόμενος είναι ο συνειρμός μας ότι η αναντίλεκτη αντιδικτατορική του δράση τον καθιστά αρμόδιο να μιλά για ελευθερία. Κάτι θα ξέρει από απαγόρευση του ‘’συνομπρελίζεσθαι’’, από σωματικές ποινές, από κρυφτό με την Ασφάλεια στην ίδια του τη χώρα, από εμφυλιοπολεμικές έριδες, από το φόβο που παγώνει την καρδιά και αγκυλώνει τη σκέψη. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δε μπορεί να μην του υπαγόρευσε να προστατευθεί και να προστατεύσει, να κλειστεί στο καβούκι της σιωπής.

Αλλά φάνηκε ότι ‘’ντρέπεται για τη ζέστα του και για την ανθρωπιά του’’, όπως ο Παλαμάς. Αντέδρασε με κοινωνικά ανακλαστικά πάντα, μίλησε, τόλμησε, μάτωσε, υπάρχει. Κι εδώ ο συνειρμός μας αποκόπτεται από την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό της διεφθαρμένης ολιγαρχίας κι επικάθηται στα καθ’ ημάς.

Για ποια ελευθερία και ποια ουτοπία μίλησε ο ‘’ποιητής’’; Σίγουρα πια, όχι μόνο γι’ αυτήν που του αναγνωρίζεται επισήμως. Αλλιώς θα είχε παύσει – είναι πολλές οι δάφνες, Αλέκο. Μιλά για την ελευθερία ν’ αντιστεκόμαστε στην καθημερινή σκλαβιά. Αυτήν που ασφυκτικά εναγκαλίζεται όχι μόνο η εκάστοτε οικονομική κατάσταση, ούτε τα Μ.Μ.Ε. που χειραγωγούν, μήτε οι ρεκλάμες που ωθούν σε όλο και περισσότερη κατανάλωση. Αυτή είναι η δύναμη του ισχυρού, του απ’έξω.

Νιώθουμε ότι αναφέρεται στην εσωτερική ελευθερία, τη δύναμη ν’ αντισταθούμε στην πίεση. Πίεση προερχόμενη από τις απαιτήσεις για μεγιστοποίηση της κατανάλωσης: να μην υστερούμε σε σχέση με το γείτονα. Πίεση για συσσώρευση όλο και περισσότερων τυπικών προσόντων προκειμένου να διαγκωνιστούμε στη ρευστή αγορά εργασίας. Πίεση να διασφαλίσουμε αξιοπρεπή γηρατειά, έχοντας αφήσει στα παιδιά μας την ελάχιστη έστω υλική δυνατότητα να επιβιώσουν χωρίς να υποχωρούν κι αυτά σε πιέσεις. Όμως τα φυσικά μας παιδιά, οι μαθητές μας, η ‘’νέα γενιά’’, ζούνε μαζί μας και θ’ αναπαράξουν την ίδια με μας τακτική επιβίωσης: θα υποχωρούν στις πιέσεις.

Η εσωτερική ελευθερία είναι αυτή που κάνει τη διαφορά. Που οδηγεί στην κατανόηση των υπαρχουσών δυσχερειών και πιέσεων, στους μηχανισμούς εξανδραποδισμού, ατομικού και συλλογικού που κρύβεται πίσω απ’ αυτές και οδηγεί τους ανθρώπους στην αντίσταση.

Όχι αντίσταση στον φανερό εχθρό, αλλά στο λαθραίο: να μη μιλήσω, γιατί οι παλιοί συνάδελφοι έχουν δημιουργήσει κλίκα▪ προτιμώ να εισέλθω στην κλίκα, μ’όλο που πρέπει να συρθώ σαν το σκουλήκι. Να γίνω ένα με τους ισχυρούς της ομάδας μου, για να νέμομαι κι εγώ λίγη από την πίτα που θα μου αφήσουν όταν συνταξιοδοτηθούν, μετατεθούν, πεθάνουν (!). Να γίνω ανταλλακτικό της μηχανής που βγάζει λεφτά και κύρος (;). Οι επαναστάσεις είναι για όσους έχουν λύσει τα προβλήματά τους.

Η πλειοψηφία ημών έτσι ακριβώς σκεπτόμαστε και δρούμε. Σαν τις αρκούδες που δεν καταλαβαίνουν ότι ο χαλκάς στα χείλη πονά λιγότερο, αν αποκοπεί, από τον εξευτελισμό που υφίσταται από τον αρκουδιάρη. Ωστόσο για να συνειδητοποιήσει η αρκούδα τη θέση της και να αφυπνιστεί, κρίνει, αποφασίσει, πρέπει να δει κάποιον, να μιμηθεί. Αλλά αυτή είδε τη μάνα της σκλάβα και δεν ελπίζει στην ελευθερία, δεν την έχει γευτεί. Αρκείται στους κύβους ζάχαρης ή στα σάπια καρότα, αναλόγως των κεφιών του αρκουδιάρη.

Οι άνθρωποι όμως έχουμε ιστορία βιωμένη και καταγεγραμμένη – δεν είμαστε αρκούδες. Πέρα από τα ένστικτα αναπτύξαμε πολιτισμό. Φοβάμαι ότι γι’ αυτό διδάσκουμε έτσι αποσπασματικά και κακορίζικα την ιστορία και τον πολιτισμό στους μαθητές μας: για να μην αποκτήσουν κοινωνική αυτογνωσία. Για να αναπαράγονται οι αρκούδες… Πόσο συγκλονιστικά αποκαλυπτική είναι, καμιά φορά, η θυμοσοφία των τοίχων στα Εξάρχεια: Για τα δεσμά μας δε φταίει μόνο η σκλαβιά μας, μα η σκλάβα μας καρδιά.