Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

Σαββατόβραδο της τελευταίας Αποκριάς και συλλογίζομαι πόσοι φίλοι ξεκίνησαν από χθες για τους δημοφιλείς προορισμούς χειμερινών αθλημάτων ή ‘’για να δουν και να τους δουν’’, πέριξ της Αττικής, και κάποιοι για τα χωριά τους.

Η Βιομηχανία της Ψυχαγωγίας μας ώθησε να τρέξουμε να προμηθευτούμε τη σανίδα της ιστιοπλοΐας και του σκι ή τα ισοθερμικά της Αράχωβας φτωχαίνοντας τον οικογενειακό κορβανά, εφόσον η τηλεόραση μας έπεισε ότι η ταλαιπωρία τα Σαββατοκύριακα μας καθιστά ανθρώπους του καιρού μας. Ότι η απόδραση στη φύση είναι υγεία για την οικογένεια της μεγαλούπολης – άλλοθι για τις τύψεις όσων μεγαλώσαμε στο σπίτι και στη γειτονιά, παρέα με συγγενείς και φίλους, τραπέζια και καφέδες στην αυλή ή στο καφενείο. Οι αστοί σε παράκρουση.

Ποτέ άλλοτε η εργασία δε θεωρήθηκε τόσο αρτηριοσκληρωτική διαδικασία και ποτέ άλλοτε η ανεργία δεν υπήρξε τέτοιος τραγικός εφιάλτης, ικανός να οδηγήσει σε αυτοκτονίες. Είναι από τα παράδοξα της εποχής μας.

Γιατί όμως η εργασία είναι το ζητούμενο ακόμη και από ανθρώπους που έχουν διασφαλίσει αξιοπρεπή ίσως και πολυτελή διαβίωση; Οι συνταξιούχοι που μαραζώνουν έπειτα από την αποστασιοποίησή τους από την ενεργό δράση ή οι αλκοολικοί της δουλειάς (workaholics) έχουν κατηγοριοποιηθεί από τους κοινωνικούς ψυχολόγους στο επιστημονικό συρτάρι της προφανούς κατάθλιψης, όσων δεν αισθάνονται πλέον χρήσιμοι. Όσων απέτυχαν να καλλιεργήσουν οικογενειακές και φιλικές σχέσεις εκτός εργασίας, όσων υπήρξαν κοινωνικά ανάπηροι από ανάγκη ή επιλογή και τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με το κενό. Υπερβολικά πολύς ελεύθερος χρόνος, άδειος από υποχρεώσεις αλλά και από ευχάριστες δραστηριότητες, έστω και της κηπουρικής. Ο χρόνος αυτός μοιάζει με κείνον των συζύγων των οποίων τα παιδιά έφυγαν από την οικογενειακή εστία, για να δημιουργήσουν τις δικές του τροχιές στο γαλαξία της ζωής, και δεν ξέρουν τι να πουν πια μεταξύ τους.

Γιατί η εργασία, πέρα από τις οικονομικές απολαβές να δίνει τέτοια αίσθηση πληρότητας; Ανατρέχοντας στις απαρχές των ανθρώπινων κοινωνιών, διαπιστώνουμε ότι η εργασία ήταν θεμέλιο επιβίωσης. Ο καταμερισμός της ήταν η πρώτη αιτία δημιουργίας ομάδων – φυλών που είτε ρίζωναν στο εύκρατο και ήπιο γεωγραφικό στίγμα που βρέθηκαν, είτε ωθούνταν στη νομαδικότητα. Πάντως κάποιοι φρόντιζαν για το κυνήγι και τη συλλογή τροφής και κάποιοι για τη γέννηση, συντήρηση και ποιοτική αναβάθμιση της ζωής στην κοινότητα. Η συνεχής λοιπόν προσφορά στην ομάδα είναι μέρος του DNA μας. Η ανάγκη δημιουργεί και κατανέμει ρόλους που αλλάζουν στην πορεία ανάλογα με την ηλικία και τις έμφυτες ή επίκτητες ικανότητες.

Από τη λέξη αυτή θα ξεκινήσουμε. Γιατί η εργασία δεν απαιτεί μόνο δεξιότητες αλλά δημιουργεί και ικανότητες, μας δίνει τη δυνατότητα να τις αποκτήσουμε.

Καλούμενοι να συντηρηθούμε οι ίδιοι ή οι οικείοι μας στη ζωή, όχι μόνο κινητοποιούμε το νου μας να βρει τρόπους να φέρει ‘’ψωμί στην εστία’’ αλλά γινόμαστε και πιο ευέλικτοι. Ξεβολευόμαστε από την αριστοτελική, αριστοκρατική αντίληψη ότι ποιοτικός είναι μόνο ο χρόνος που διαλογιζόμαστε. Σηκώνουμε τα μανίκια και κωπηλατούμε. Ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με τα όριά μας, την αυτολύπηση για τη θλιβερή θέση στην οποία βρεθήκαμε και συνειδητοποιούμε ότι είναι πολλοί όσοι παλεύουν γύρω μας με τα δικά τους θέματα.

Σταδιακά η αυτοπεποίθησή μας τονώνεται, βιώνουμε την ικανοποίηση ότι καταφέραμε ό,τι πριν φάνταζε ακατόρθωτο για μας, ίσως επειδή άλλοι είχαν φροντίσει να μας το προμηθεύουν. Αμβλύνουμε τις γωνίες μας, ισορροπούμε τις επιθυμίες μας και τρέχουμε στο διάδρομο των στόχων μας, μεριμνώντας για τις σχέσεις που αναπτύσσουμε στην πορεία. Αποτυγχάνουμε, ξαναπροσπαθούμε, επιμένουμε, εργαζόμαστε με ποικίλους τρόπους, δοκιμάζουμε και απορρίπτουμε ή υιοθετούμε τακτικές και πάντως, αν σταματήσουμε για λίγο να δούμε τη γραμμή που χαράξαμε περπατώντας και τα κεριά των χρόνων που σβήσανε πίσω μας, θα αισθανθούμε την πληρότητα του Οδυσσέα, που εναντιώθηκε σε ανθρώπους – φύση – Θεούς, αλλά και την πείρα που αποκτήσαμε από τις εμπειρίες του μόχθου.

Η αυτοπραγμάτωση είναι σκοπός ζωής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Γι’ αυτό και βρίσκουμε ανθρώπους που χαίρονται όταν δραπετεύουν από τις δημόσιες (συνήθως)θέσεις εργασίας που με τόσες ταπεινώσεις (συχνά) κατέλαβαν, ενώ ο αγρότης, ο γιατρός, ο δάσκαλος, ο επιχειρηματίας, όταν αποκόπτεται λόγω γήρατος από την εργασία του, δηλώνει ευθαρσώς ότι υπήρξε η ζωή του όλη. Γιατί ζωή είναι η δημιουργία και η δημιουργικότητα, η επίπονη κι επίμονη προσπάθεια, η υπομονή, το μεράκι, η ολοκλήρωση ενός έργου χειρός και νοός▪ κι αυτά έρχονται ως δώρα της εργασίας κι όχι της απόδρασης του τριημέρου. Γι’ αυτό, κύριε, μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου