Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Pig-ασος - Τεύχος Μαρτίου 2010

Μάρτιος 2010 - 2η έκδοση
Διαβάστε το....>click!
(Μπορείτε να αυξομειώνετε το ποσοστό μεγέθυνσης ανάλογα με την επιθυμία σας!)

----------------------------------------------------------

Ακούμε: Aranjuez, Mon Amour από τον Richard Anthony
Συνθέτης: Joaquín Rodrigo
Το Aranjuez, Mon Amour είναι μια σύνθεση για κιθάρα (ή πιάνο) και ορχήστρα.
Μιλά για την αγάπη του Rodrigo για την πόλη του, προσωποιημένη σε ισπανίδα γυναίκα.

Aranjuez, χώρος ονείρου και αγάπης, όπου οι τοίχοι σκαμμένοι από τον αέρα και τον ήλιο στο πέρασμα των χρόνων, και τα κρυστάλλινα συντριβάνια μοιάζουν να συνομιλούν με τα τριαντάφυλλα. Τα ξερά φύλλα θυμίζουν μια αγάπη, που κρύβεται στο ηλιοβασίλεμα, στο αεράκι, σ' ένα λουλούδι.

Aranjuez, mon amour (Στίχοι)

Aranjuez, a place of dream and love, where a rumour of crystal fountains, in the garden seems to talk, in loud voice to the roses.


Aranjuez, today the dry leaves without colour, which are sweptby the wind, are just reminders of the romance we once started, and that we have forsaken without reason, maybe that love is hidden in a sunset, in the breeze or in a flower, expecting for you to return.


Aranjuez today the dry leaves without any colour...


In Aranjuez, my love just you and me!!




Mon amour, sur l'eau des fontaines, mon amour
Où le vent les amène, mon amour
Le soir tombé, on voit flotter des pétales de roses

Mon amour, et les murs se gercent, mon amour
Au soleil, au vent à l'averse et aux années qui vont passant
Depuis le matin de mai qu'ils sont venus
Et quand j'entend, soudain ils ont écrit sur les murs
Du bout de leurs fusil de bien étranges choses

Mon amour le rosier suit les traces, mon amour
Sur le mur, et enlace, mon amour, leur noms gravés
Et chaque été d'un beau rouge sang, les roses

Mon amour, sèche les fontaines, mon amour
Au soleil, au vent de la plaine et aux années qui vont passant
Depuis le matin de mai qu' ils sont venus
La fleur au cœur, les pieds nus le pas lent
Et les yeux éclairés d'un étrange sourire

Et sur ce mur, lorsque le soir descend
On croirait voir des tâches de sang
Ce ne sont que des roses

Aranjuez, mon amour





Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ (2) ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα στην Ελλάδα, οι αγορητές στους ιερούς ναούς όπου συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου είθισται να αναφερόμαστε στο Χρονικό της Επανάστασης του 1821 –του αγώνα της εθνικής Παλιγγενεσίας, με μια υπογράμμιση, σημαντική ή δευτερεύουσα, ανάλογη πάντως της ροής των συρμών της διανόησης, στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου από τον Αρχάγγελο και την ευδοκία που θα προκύψει από τη γέννηση του Θεανθρώπου στη Γη. Θεωρούμε ότι είναι σημαντικό- και χάριν της παρουσίας των μαθητών στους ιερούς ναούς τέτοια μέρα– να υπενθυμίζουμε τις αξίες που οδήγησαν στις ανυπέρβλητες θυσίες και να ενδυναμώσουμε την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα των νεότερων, αλλά και να επιχειρούμε μια επανατοποθέτηση στις συνδηλώσεις της ημέρας αυτής.

Όμως η δημιουργία ανεξάρτητων κι όχι απλώς αυτόνομων εθνικών-κρατών το 19ο αιώνα, που ήταν ρηξικέλευθο ζητούμενο για την εποχή, είναι σήμερα βιώσιμη επιλογή και πραγματικότητα;

Είναι πολλοί οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι σκεπτόμενοι άνθρωποι με κοινωνικό προβληματισμό, εν γένει, που αναρωτιούνται για το πώς οφείλουν οι μαθητές των ελληνικών, ιδιωτικών και δημόσιων, σχολείων να διαχειριστούν την εθνική και θρησκευτική ταυτότητά τους. Στα μεν δημόσια ελλ. σχολεία φοιτούν πάρα πολλοί μαθητές –γόνοι μεταναστών και σπανιότερα προσφύγων – που πλειστάκις γίνονται θύματα ενός ρατσισμού άνευ προηγουμένου για τα δεδομένα μιας χώρας ανέκαθεν ανεκτικής στους ανθρώπους, από όπου κι αν προέρχονταν, αλλά και μητρόπολης πολλών μεταναστών και προσφύγων από τη δική της πλευρά.

Στα δε ιδιωτικά σχολεία που λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια, κι όχι απαραίτητα ‘’ελληνικά’’, φοιτούν πολλοί μαθητές – γόνοι υψηλών παραγόντων υπερεθνικών εταιρειών, διπλωματών κι επιχειρηματιών της ευρύτερης ζώνης της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Αυτοί οι μαθητές όχι μόνο δεν επιζητούν την αφομοίωση, έστω στοιχείων της ελληνικής κουλτούρας, αλλά είναι οι ίδιοι φορείς της επικρατούσας κουλτούρας των κοινωνιών δυτικού τύπου -των υπερκαταναλωτικών- φέρνοντας συχνά τους Έλληνες συμμαθητές τους στη θέση του μιμητή μιας ταυτότητας χαλκευμένης και δανεικής, νεοπλουτίστικης αισθητικής.

Αναφερόμαστε δηλαδή σε μια Ελλάδα πολυπολιτισμική κι από τις δύο όψεις, και έχουμε οι εκπαιδευτικοί ένα σχολικό Αναλυτικό Πρόγραμμα που στοχεύει στην άρση της ξενοφοβίας, αλλά η καθημερινότητα πολλών ελληνικών πόλεων την απείργει. Το σημείο δηλαδή στο οποίο στεκόμαστε με σκεπτικισμό είναι:

Ζούνε τα παιδιά μας σε μια χώρα δημοκρατικής ανεκτικότητας από επιλογή ή βιώνουν τον εκατέρωθεν κοινωνικό αποκλεισμό εκτεταμένων ομάδων προσφύγων και μεταναστών (χαμηλής και υψηλής κοινωνικής δυναμικής), αναφομοίωτων στον κοινωνικό ιστό, από ανάγκη;

Άρα ποιος είναι ο εχθρός σήμερα; Πόσες φορές πρέπει να είναι εθνικά υπερήφανος ο μαθητής για το Νικηταρά τον Τουρκοφάγο και τη Μπουμπουλίνα – Λασκαρίνα, όταν συνάνθρωποί του με τα φυσιογνωμικά και φυλετικά χαρακτηριστικά του «εχθρού» ψωνίζουν μαζί του στο μαγαζί της γειτονιάς και τα παιδιά του κάθονται στο διπλανό θρανίο;

Ένα τελευταίο ερωτηματικό από την πλευρά μας: μήπως, εν τέλει, τα προηγηθέντα ερωτήματα χρησιμοποιούνται ως εύγλωττα άλλοθι της δραστηριότητας όσων βολεύονται με τη λήθη των πολλών – της μάζας; …όσων εξυπηρετούνται…με την ιστορική αφασία των νέων;

Ας δώσει η Παναγιά η Ευαγγελίστρια,

Η αειμακάριστος και παναμώμητος

Και μητέρα του Θεού ημών

Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ κι

Ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ

η αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσα

η όντως Θεοτόκος

σήμερα που γιορτάζει το μήνυμά της το καλό, σε όσους ξέμαθαν την ελληνική τους γλώσσα, ντρέπονται για τον παππού τους το Θαλή το Μιλήσιο, «Πάντα πλήρη Θεών», προτιμούν της εξωτικούς προορισμούς το Άγιο Πάσχα, δε διδάσκουν στα παιδιά της τα δημοτικά τραγούδια και της χορούς, ντρέπονται ακόμη και ν’ αναφέρουν τα χωριά της καταγωγής της, γιατί δεν έχουν τόσο trendy
(εύηχο) όνομα,
δε μαγειρεύουν στα σπιτικά της τα φαγητά της γιαγιάς και περιμένουν ν’ απογυμνωθούν πολιτισμικά ολωσδιόλου, ώσπου να ξυλιάσουν στη διαπλανητική παγωνιά:

Το δέντρο με της βαθιές της ρίζες φτάνει ψηλότερα απ’ όλα της’ άλλα.

Σ’αυτόν τον κόσμο που ολοένα στενεύει, ο καθένας χρειάζεται όλους τους ανθρώπους της γης. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται. Όταν στο δρόμο της Θήβας ο Οιδίποδας συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε…(Γ. Σεφέρης)

Αθήνα, Μάρτιος 2010


Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

Σαββατόβραδο της τελευταίας Αποκριάς και συλλογίζομαι πόσοι φίλοι ξεκίνησαν από χθες για τους δημοφιλείς προορισμούς χειμερινών αθλημάτων ή ‘’για να δουν και να τους δουν’’, πέριξ της Αττικής, και κάποιοι για τα χωριά τους.

Η Βιομηχανία της Ψυχαγωγίας μας ώθησε να τρέξουμε να προμηθευτούμε τη σανίδα της ιστιοπλοΐας και του σκι ή τα ισοθερμικά της Αράχωβας φτωχαίνοντας τον οικογενειακό κορβανά, εφόσον η τηλεόραση μας έπεισε ότι η ταλαιπωρία τα Σαββατοκύριακα μας καθιστά ανθρώπους του καιρού μας. Ότι η απόδραση στη φύση είναι υγεία για την οικογένεια της μεγαλούπολης – άλλοθι για τις τύψεις όσων μεγαλώσαμε στο σπίτι και στη γειτονιά, παρέα με συγγενείς και φίλους, τραπέζια και καφέδες στην αυλή ή στο καφενείο. Οι αστοί σε παράκρουση.

Ποτέ άλλοτε η εργασία δε θεωρήθηκε τόσο αρτηριοσκληρωτική διαδικασία και ποτέ άλλοτε η ανεργία δεν υπήρξε τέτοιος τραγικός εφιάλτης, ικανός να οδηγήσει σε αυτοκτονίες. Είναι από τα παράδοξα της εποχής μας.

Γιατί όμως η εργασία είναι το ζητούμενο ακόμη και από ανθρώπους που έχουν διασφαλίσει αξιοπρεπή ίσως και πολυτελή διαβίωση; Οι συνταξιούχοι που μαραζώνουν έπειτα από την αποστασιοποίησή τους από την ενεργό δράση ή οι αλκοολικοί της δουλειάς (workaholics) έχουν κατηγοριοποιηθεί από τους κοινωνικούς ψυχολόγους στο επιστημονικό συρτάρι της προφανούς κατάθλιψης, όσων δεν αισθάνονται πλέον χρήσιμοι. Όσων απέτυχαν να καλλιεργήσουν οικογενειακές και φιλικές σχέσεις εκτός εργασίας, όσων υπήρξαν κοινωνικά ανάπηροι από ανάγκη ή επιλογή και τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με το κενό. Υπερβολικά πολύς ελεύθερος χρόνος, άδειος από υποχρεώσεις αλλά και από ευχάριστες δραστηριότητες, έστω και της κηπουρικής. Ο χρόνος αυτός μοιάζει με κείνον των συζύγων των οποίων τα παιδιά έφυγαν από την οικογενειακή εστία, για να δημιουργήσουν τις δικές του τροχιές στο γαλαξία της ζωής, και δεν ξέρουν τι να πουν πια μεταξύ τους.

Γιατί η εργασία, πέρα από τις οικονομικές απολαβές να δίνει τέτοια αίσθηση πληρότητας; Ανατρέχοντας στις απαρχές των ανθρώπινων κοινωνιών, διαπιστώνουμε ότι η εργασία ήταν θεμέλιο επιβίωσης. Ο καταμερισμός της ήταν η πρώτη αιτία δημιουργίας ομάδων – φυλών που είτε ρίζωναν στο εύκρατο και ήπιο γεωγραφικό στίγμα που βρέθηκαν, είτε ωθούνταν στη νομαδικότητα. Πάντως κάποιοι φρόντιζαν για το κυνήγι και τη συλλογή τροφής και κάποιοι για τη γέννηση, συντήρηση και ποιοτική αναβάθμιση της ζωής στην κοινότητα. Η συνεχής λοιπόν προσφορά στην ομάδα είναι μέρος του DNA μας. Η ανάγκη δημιουργεί και κατανέμει ρόλους που αλλάζουν στην πορεία ανάλογα με την ηλικία και τις έμφυτες ή επίκτητες ικανότητες.

Από τη λέξη αυτή θα ξεκινήσουμε. Γιατί η εργασία δεν απαιτεί μόνο δεξιότητες αλλά δημιουργεί και ικανότητες, μας δίνει τη δυνατότητα να τις αποκτήσουμε.

Καλούμενοι να συντηρηθούμε οι ίδιοι ή οι οικείοι μας στη ζωή, όχι μόνο κινητοποιούμε το νου μας να βρει τρόπους να φέρει ‘’ψωμί στην εστία’’ αλλά γινόμαστε και πιο ευέλικτοι. Ξεβολευόμαστε από την αριστοτελική, αριστοκρατική αντίληψη ότι ποιοτικός είναι μόνο ο χρόνος που διαλογιζόμαστε. Σηκώνουμε τα μανίκια και κωπηλατούμε. Ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με τα όριά μας, την αυτολύπηση για τη θλιβερή θέση στην οποία βρεθήκαμε και συνειδητοποιούμε ότι είναι πολλοί όσοι παλεύουν γύρω μας με τα δικά τους θέματα.

Σταδιακά η αυτοπεποίθησή μας τονώνεται, βιώνουμε την ικανοποίηση ότι καταφέραμε ό,τι πριν φάνταζε ακατόρθωτο για μας, ίσως επειδή άλλοι είχαν φροντίσει να μας το προμηθεύουν. Αμβλύνουμε τις γωνίες μας, ισορροπούμε τις επιθυμίες μας και τρέχουμε στο διάδρομο των στόχων μας, μεριμνώντας για τις σχέσεις που αναπτύσσουμε στην πορεία. Αποτυγχάνουμε, ξαναπροσπαθούμε, επιμένουμε, εργαζόμαστε με ποικίλους τρόπους, δοκιμάζουμε και απορρίπτουμε ή υιοθετούμε τακτικές και πάντως, αν σταματήσουμε για λίγο να δούμε τη γραμμή που χαράξαμε περπατώντας και τα κεριά των χρόνων που σβήσανε πίσω μας, θα αισθανθούμε την πληρότητα του Οδυσσέα, που εναντιώθηκε σε ανθρώπους – φύση – Θεούς, αλλά και την πείρα που αποκτήσαμε από τις εμπειρίες του μόχθου.

Η αυτοπραγμάτωση είναι σκοπός ζωής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Γι’ αυτό και βρίσκουμε ανθρώπους που χαίρονται όταν δραπετεύουν από τις δημόσιες (συνήθως)θέσεις εργασίας που με τόσες ταπεινώσεις (συχνά) κατέλαβαν, ενώ ο αγρότης, ο γιατρός, ο δάσκαλος, ο επιχειρηματίας, όταν αποκόπτεται λόγω γήρατος από την εργασία του, δηλώνει ευθαρσώς ότι υπήρξε η ζωή του όλη. Γιατί ζωή είναι η δημιουργία και η δημιουργικότητα, η επίπονη κι επίμονη προσπάθεια, η υπομονή, το μεράκι, η ολοκλήρωση ενός έργου χειρός και νοός▪ κι αυτά έρχονται ως δώρα της εργασίας κι όχι της απόδρασης του τριημέρου. Γι’ αυτό, κύριε, μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες…