Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Voyage en Grèce



Δείγμα ηλεκτρονικού περιοδικού μαθητών του Lycée Professionnel Jean Perrin - Longjumeau / France με τη χρήση του εργαλείου ISSUU, με αφορμή το ταξίδι τους στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του προγράμματος

Terres brûlées...et après?

Δείτε και ένα ακόμη παράδειγμα με ήχο!


Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Ελευθερία και Ουτοπία


«Η ζωή μου ήταν μια συνεχής και άτεγκτη προσπάθεια για την κατάκτηση της ουτοπίας» είναι περίπου τα λόγια του Μίκη Θεοδωράκη, κάποιες μέρες πριν, σε μια εκδήλωση στην Αθήνα με την ευκαιρία της επανακυκλοφόρησης ενός βιβλίου για την πολιτική του πορεία.

Σε τούτη την επιφυλλίδα. θα μας απασχολήσει η ου-τοπία του συνθέτη, η neverland ενός άλλου, αλλόκοτου καλλιτέχνη▪ εκείνος, νεκρός εδώ και λίγους μήνες, νόμισε ότι θα την περιχαρακώσει στα όρια του ιδιωτικού βίου, μακριά από την πατρική βία, στη χλιδή της απόλυτης παιδικότητας και την κατοίκησε.

Ετούτος ο δικός μας, ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας μας πάντα, από τη ‘’λάθος μεριά’’, αυτή του μόνιμα ξεβολεμένου, του εξόριστου, κυνηγημένου, ανήσυχου κι ασύμμετρου με τις ευθυγραμμιστικές τακτικές μιας εφησυχασμένης ζωής και μιας ομογενοποιητικής άρχουσας τάξης. Διατρανώνει ότι η ζωή βιώνεται χωρίς φαγητό, αλλά δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία.

Αναμενόμενος είναι ο συνειρμός μας ότι η αναντίλεκτη αντιδικτατορική του δράση τον καθιστά αρμόδιο να μιλά για ελευθερία. Κάτι θα ξέρει από απαγόρευση του ‘’συνομπρελίζεσθαι’’, από σωματικές ποινές, από κρυφτό με την Ασφάλεια στην ίδια του τη χώρα, από εμφυλιοπολεμικές έριδες, από το φόβο που παγώνει την καρδιά και αγκυλώνει τη σκέψη. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δε μπορεί να μην του υπαγόρευσε να προστατευθεί και να προστατεύσει, να κλειστεί στο καβούκι της σιωπής.

Αλλά φάνηκε ότι ‘’ντρέπεται για τη ζέστα του και για την ανθρωπιά του’’, όπως ο Παλαμάς. Αντέδρασε με κοινωνικά ανακλαστικά πάντα, μίλησε, τόλμησε, μάτωσε, υπάρχει. Κι εδώ ο συνειρμός μας αποκόπτεται από την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό της διεφθαρμένης ολιγαρχίας κι επικάθηται στα καθ’ ημάς.

Για ποια ελευθερία και ποια ουτοπία μίλησε ο ‘’ποιητής’’; Σίγουρα πια, όχι μόνο γι’ αυτήν που του αναγνωρίζεται επισήμως. Αλλιώς θα είχε παύσει – είναι πολλές οι δάφνες, Αλέκο. Μιλά για την ελευθερία ν’ αντιστεκόμαστε στην καθημερινή σκλαβιά. Αυτήν που ασφυκτικά εναγκαλίζεται όχι μόνο η εκάστοτε οικονομική κατάσταση, ούτε τα Μ.Μ.Ε. που χειραγωγούν, μήτε οι ρεκλάμες που ωθούν σε όλο και περισσότερη κατανάλωση. Αυτή είναι η δύναμη του ισχυρού, του απ’έξω.

Νιώθουμε ότι αναφέρεται στην εσωτερική ελευθερία, τη δύναμη ν’ αντισταθούμε στην πίεση. Πίεση προερχόμενη από τις απαιτήσεις για μεγιστοποίηση της κατανάλωσης: να μην υστερούμε σε σχέση με το γείτονα. Πίεση για συσσώρευση όλο και περισσότερων τυπικών προσόντων προκειμένου να διαγκωνιστούμε στη ρευστή αγορά εργασίας. Πίεση να διασφαλίσουμε αξιοπρεπή γηρατειά, έχοντας αφήσει στα παιδιά μας την ελάχιστη έστω υλική δυνατότητα να επιβιώσουν χωρίς να υποχωρούν κι αυτά σε πιέσεις. Όμως τα φυσικά μας παιδιά, οι μαθητές μας, η ‘’νέα γενιά’’, ζούνε μαζί μας και θ’ αναπαράξουν την ίδια με μας τακτική επιβίωσης: θα υποχωρούν στις πιέσεις.

Η εσωτερική ελευθερία είναι αυτή που κάνει τη διαφορά. Που οδηγεί στην κατανόηση των υπαρχουσών δυσχερειών και πιέσεων, στους μηχανισμούς εξανδραποδισμού, ατομικού και συλλογικού που κρύβεται πίσω απ’ αυτές και οδηγεί τους ανθρώπους στην αντίσταση.

Όχι αντίσταση στον φανερό εχθρό, αλλά στο λαθραίο: να μη μιλήσω, γιατί οι παλιοί συνάδελφοι έχουν δημιουργήσει κλίκα▪ προτιμώ να εισέλθω στην κλίκα, μ’όλο που πρέπει να συρθώ σαν το σκουλήκι. Να γίνω ένα με τους ισχυρούς της ομάδας μου, για να νέμομαι κι εγώ λίγη από την πίτα που θα μου αφήσουν όταν συνταξιοδοτηθούν, μετατεθούν, πεθάνουν (!). Να γίνω ανταλλακτικό της μηχανής που βγάζει λεφτά και κύρος (;). Οι επαναστάσεις είναι για όσους έχουν λύσει τα προβλήματά τους.

Η πλειοψηφία ημών έτσι ακριβώς σκεπτόμαστε και δρούμε. Σαν τις αρκούδες που δεν καταλαβαίνουν ότι ο χαλκάς στα χείλη πονά λιγότερο, αν αποκοπεί, από τον εξευτελισμό που υφίσταται από τον αρκουδιάρη. Ωστόσο για να συνειδητοποιήσει η αρκούδα τη θέση της και να αφυπνιστεί, κρίνει, αποφασίσει, πρέπει να δει κάποιον, να μιμηθεί. Αλλά αυτή είδε τη μάνα της σκλάβα και δεν ελπίζει στην ελευθερία, δεν την έχει γευτεί. Αρκείται στους κύβους ζάχαρης ή στα σάπια καρότα, αναλόγως των κεφιών του αρκουδιάρη.

Οι άνθρωποι όμως έχουμε ιστορία βιωμένη και καταγεγραμμένη – δεν είμαστε αρκούδες. Πέρα από τα ένστικτα αναπτύξαμε πολιτισμό. Φοβάμαι ότι γι’ αυτό διδάσκουμε έτσι αποσπασματικά και κακορίζικα την ιστορία και τον πολιτισμό στους μαθητές μας: για να μην αποκτήσουν κοινωνική αυτογνωσία. Για να αναπαράγονται οι αρκούδες… Πόσο συγκλονιστικά αποκαλυπτική είναι, καμιά φορά, η θυμοσοφία των τοίχων στα Εξάρχεια: Για τα δεσμά μας δε φταίει μόνο η σκλαβιά μας, μα η σκλάβα μας καρδιά.